Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τρεχαντιέρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Τρεχαντιέρα οι Τρεχαντιέρες
      γενική της Τρεχαντιέρας
    αιτιατική την Τρεχαντιέρα τις Τρεχαντιέρες
     κλητική Τρεχαντιέρα Τρεχαντιέρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τρεχαντιέρα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾe.xanˈdʝe.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τρεχαντιέρα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τρεχαντιέρα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]