Τρεχαντιέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Τρεχαντιέρα | οι | Τρεχαντιέρες |
| γενική | της | Τρεχαντιέρας | — | |
| αιτιατική | την | Τρεχαντιέρα | τις | Τρεχαντιέρες |
| κλητική | Τρεχαντιέρα | Τρεχαντιέρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. Συνήθως στον ενικό | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τρεχαντιέρα < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾe.xanˈdʝe.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Τρε‐χα‐ντιέ‐ρα
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τρεχαντιέρα θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Τρεχαντιέρα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)