Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τριχοβίστα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Τριχοβίστα
      γενική της Τριχοβίστας
    αιτιατική την Τριχοβίστα
     κλητική Τριχοβίστα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τριχοβίστα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾi.xoˈvi.sta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τριχοβίστα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τριχοβίστα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 401 Α, 12 Νοεμβρίου 1926