Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τσένα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τσένα < γενική ενικού του αρσενικού Τσένας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τσένα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Τσένας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]