Τσένγκου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσένγκου < γενική ενικού του αρσενικού Τσένγκος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσένγκου θηλυκό (αρσενικό Τσένγκος)
Τσένγκου θηλυκό (αρσενικό Τσένγκος)