Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τσίνογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Τσίνογλου οι Τσίνογλοι
& Τσινογλαίοι
οι Τσίνογλου
      γενική του/της Τσίνογλου των Τσίνογλων
& Τσινογλαίων
των Τσίνογλου
    αιτιατική τον/την Τσίνογλου τους Τσίνογλους
& Τσινογλαίους
τους/τις Τσίνογλου
     κλητική Τσίνογλου Τσίνογλοι
& Τσινογλαίοι
Τσίνογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τσίνογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τσίνογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]
  • Κατάλογος επωνύμων των Κυπρίων πολιτών, 31/12/1899 - 19/06/2016, Εθνική Διαδικτυακή Πύλη Ανοικτών Δεδομένων, Κυπριακή Δημοκρατία, CC-BY-4.0, ανακτήθηκε 6/10/2023