Τσαβλίρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσαβλίρη < γενική ενικού του αρσενικού Τσαβλίρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσαβλίρη θηλυκό (αρσενικό Τσαβλίρης)
Τσαβλίρη θηλυκό (αρσενικό Τσαβλίρης)