Τσαβλόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Τσαβλόγλου | οι | Τσαβλόγλοι & Τσαβλογλαίοι |
οι | Τσαβλόγλου |
| γενική | του/της | Τσαβλόγλου | των | Τσαβλόγλων & Τσαβλογλαίων |
των | Τσαβλόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Τσαβλόγλου | τους | Τσαβλόγλους & Τσαβλογλαίους |
τους/τις | Τσαβλόγλου |
| κλητική | Τσαβλόγλου | Τσαβλόγλοι & Τσαβλογλαίοι |
Τσαβλόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσαβλόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσαβλόγλου αρσενικό ή θηλυκό