Τσανδήλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσανδήλα < γενική ενικού του αρσενικού Τσανδήλας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσανδήλα θηλυκό (αρσενικό Τσανδήλας)
Τσανδήλα θηλυκό (αρσενικό Τσανδήλας)