Τσανός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Τσανός | οι | Τσανοί |
| γενική | του | Τσανού | των | Τσανών |
| αιτιατική | τον | Τσανό | τους | Τσανούς |
| κλητική | Τσανέ | Τσανοί | ||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σολωμός (κλίση: ναός)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσανός < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσανός αρσενικό (θηλυκό Τσανού)