Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τσενές

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Τσενές οι Τσενέδες
      γενική του Τσενέ των Τσενέδων
    αιτιατική τον Τσενέ τους Τσενέδες
     κλητική Τσενέ Τσενέδες
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Τσελεμεντές (κλίση: καφές)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τσενές < τουρκική çene (σαγόνι) Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τσενές αρσενικό (θηλυκό Τσενέ)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]