Τσιακοβή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσιακοβή < γενική ενικού του αρσενικού Τσιακοβής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσιακοβή θηλυκό (αρσενικό Τσιακοβής)
Τσιακοβή θηλυκό (αρσενικό Τσιακοβής)