Τσιακούλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Τσιακούλιας | οι | Τσιακούλιες & Τσιακουλιέηδες |
| γενική | του | Τσιακούλια | των | — Τσιακουλιέηδων |
| αιτιατική | τον | Τσιακούλια | τους | Τσιακούλιες & Τσιακουλιέηδες |
| κλητική | Τσιακούλια | Τσιακούλιες & Τσιακουλιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσιακούλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσιακούλιας αρσενικό