Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τσινάφορο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Τσινάφορο τα Τσινάφορα
      γενική του Τσιναφόρου
& Τσινάφορου
των Τσιναφόρων
    αιτιατική το Τσινάφορο τα Τσινάφορα
     κλητική Τσινάφορο Τσινάφορα
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τσινάφορο < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡siˈna.fo.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τσινάφορο

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τσινάφορο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 91 Α, 30 Απριλίου 1954