Τσιφλίκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσιφλίκη < γενική ενικού του αρσενικού Τσιφλίκης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσιφλίκη θηλυκό (αρσενικό Τσιφλίκης)
Τσιφλίκη θηλυκό (αρσενικό Τσιφλίκης)