Τσουρδή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τσουρδή < γενική ενικού του αρσενικού Τσουρδής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τσουρδή θηλυκό (αρσενικό Τσουρδής)
Τσουρδή θηλυκό (αρσενικό Τσουρδής)