Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τυφάων

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
Τῠφᾱ-
ονομαστική Τυφάων
      γενική τοῦ Τυφάονος
      δοτική τῷ Τυφάον
    αιτιατική τὸν Τυφάον
     κλητική ! Τυφᾶον
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «γείτων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τυφάων < θέμα τῠφ- + -άων (ᾱ). Για την ετυμολογία τού βασικού συνθετικού, δείτε το μεταγενέστερο Τῡφῶν.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ty.pʰǎː.ɔːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τῠφᾱων

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τυφάων, -ονος αρσενικό (Τῠφᾱων)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Τῠφάων (αρχαία ελληνικά)

αρχαία ελληνικά: Τῡφῶν (αττική διάλεκτος)
νέα ελληνικά: Τυφώνας