Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τόλης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Τόλης οι Τόληδες
      γενική του Τόλη των Τόληδων
    αιτιατική τον Τόλη τους Τόληδες
     κλητική Τόλη Τόληδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία el 1

[επεξεργασία]
Τόλης < σύντμηση του Αποστόλης

Κύριο όνομα 1

[επεξεργασία]

Τόλης αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Τόλης < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα 2

[επεξεργασία]

Τόλης αρσενικό (θηλυκό Τόλη)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]