Φαμπρίκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φαμπρίκη < γενική ενικού του αρσενικού Φαμπρίκης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φαμπρίκη θηλυκό (αρσενικό Φαμπρίκης)
Φαμπρίκη θηλυκό (αρσενικό Φαμπρίκης)