Μετάβαση στο περιεχόμενο

Φανούδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Φανούδα οι Φανούδες
      γενική της Φανούδας
    αιτιατική τη Φανούδα τις Φανούδες
     κλητική Φανούδα Φανούδες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Φανούδα < Φαν(ή) + -ούδα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /faˈnu.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Φανούδα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Φανούδα θηλυκό