Φαρσάκογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Φαρσάκογλου | οι | Φαρσάκογλοι & Φαρσακογλαίοι |
οι | Φαρσάκογλου |
| γενική | του/της | Φαρσάκογλου | των | Φαρσάκογλων & Φαρσακογλαίων |
των | Φαρσάκογλου |
| αιτιατική | τον/τη | Φαρσάκογλου | τους | Φαρσάκογλους & Φαρσακογλαίους |
τους/τις | Φαρσάκογλου |
| κλητική | Φαρσάκογλου | Φαρσάκογλοι & Φαρσακογλαίοι |
Φαρσάκογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φαρσάκογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φαρσάκογλου αρσενικό ή θηλυκό