Φεγγερού
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φεγγερού < γενική ενικού του αρσενικού Φεγγερός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φεγγερού θηλυκό (αρσενικό Φεγγερός)
Φεγγερού θηλυκό (αρσενικό Φεγγερός)