Φειδοπιάστης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φειδοπιάστης < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fi.ðoˈpʝa.stis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Φει‐δο‐πιά‐στης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φειδοπιάστης αρσενικό (θηλυκό Φειδοπιάστη)