Φερδινάρδου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φερδινάρδου < γενική ενικού του αρσενικού Φερδινάρδος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φερδινάρδου θηλυκό (αρσενικό Φερδινάρδος)
Φερδινάρδου θηλυκό (αρσενικό Φερδινάρδος)