Φιδοπιάστη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φιδοπιάστη < γενική ενικού του αρσενικού Φιδοπιάστης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φιδοπιάστη θηλυκό (αρσενικό Φιδοπιάστης)
Φιδοπιάστη θηλυκό (αρσενικό Φιδοπιάστης)