Μετάβαση στο περιεχόμενο

Φιλοξένη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Φιλοξένη < αρχαία ελληνική Φιλοξένη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Φιλοξένη θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Φιλοξένης)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Φιλοξένη < γενική ενικού του αρσενικού Φιλοξένης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Φιλοξένη θηλυκό