Φουάσση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φουάσση < γενική ενικού του αρσενικού Φουάσσης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φουάσση θηλυκό (αρσενικό Φουάσσης)
Φουάσση θηλυκό (αρσενικό Φουάσσης)