Φουρνομίτη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φουρνομίτη < γενική ενικού του αρσενικού Φουρνομίτης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φουρνομίτη θηλυκό (αρσενικό Φουρνομίτης)
Φουρνομίτη θηλυκό (αρσενικό Φουρνομίτης)