Φραγκάλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φραγκάλη < γενική ενικού του αρσενικού Φραγκάλης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φραγκάλη θηλυκό (αρσενικό Φραγκάλης)
Φραγκάλη θηλυκό (αρσενικό Φραγκάλης)