Φρούστη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Φρούστη < γενική ενικού του αρσενικού Φρούστης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Φρούστη θηλυκό (αρσενικό Φρούστης)
Φρούστη θηλυκό (αρσενικό Φρούστης)