Χάρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Χάρος < χάρος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Χάρος αρσενικό

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Χάρου)
  2. ο χάρος
    Παναγιά του Χάρου: προσωνύμιο της Θεοτόκου στους Λειψούς των Δωδεκανήσων, από εικόνα της στο ομώνυμο εξωμονάστηρο

Μεταγραφές[επεξεργασία]