Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαβαγκιούλογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Χαβαγκιούλογλου οι Χαβαγκιούλογλοι
& Χαβαγκιουλογλαίοι
οι Χαβαγκιούλογλου
      γενική του/της Χαβαγκιούλογλου των Χαβαγκιούλογλων
& Χαβαγκιουλογλαίων
των Χαβαγκιούλογλου
    αιτιατική τον/τη Χαβαγκιούλογλου τους Χαβαγκιούλογλους
& Χαβαγκιουλογλαίους
τους/τις Χαβαγκιούλογλου
     κλητική Χαβαγκιούλογλου Χαβαγκιούλογλοι
& Χαβαγκιουλογλαίοι
Χαβαγκιούλογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαβαγκιούλογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαβαγκιούλογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]