Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαλασμένη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χαλασμένη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Χαλασμένη οι Χαλασμένες
      γενική της Χαλασμένης των Χαλασμενών
    αιτιατική τη Χαλασμένη τις Χαλασμένες
     κλητική Χαλασμένη Χαλασμένες
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαλασμένη < χαλασμένη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χαλασμένος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xa.laˈzme.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Χαλασμένη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαλασμένη θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 196 Α, 2 Σεπτεμβρίου 1950