Χαματίλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χαματίλα < γενική ενικού του αρσενικού Χαματίλας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χαματίλα θηλυκό (αρσενικό Χαματίλας)
Χαματίλα θηλυκό (αρσενικό Χαματίλας)