Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαρικλῆς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Χαρικλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Χαρικλῆς οἱ Χαρικλεῖς
      γενική τοῦ Χαρικλέους τῶν Χαρικλέων
      δοτική τῷ Χαρικλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Χαρικλέα
  & σπανίως > Χαρικλ
τοὺς Χαρικλεῖς
     κλητική ! Χαρίκλεις Χαρικλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χαρικλῆς < (χάρις) χαρι- + -κλῆς (< κλέος)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χαρικλῆς, -έους αρσενικό (θηλυκό Χαρίκλεια)