Χατζανδρέα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χατζανδρέα < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χατζανδρέα θηλυκό (αρσενικό Χατζανδρέας)
Χατζανδρέα θηλυκό (αρσενικό Χατζανδρέας)