Χατζηκαλιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χατζηκαλιά < γενική ενικού του αρσενικού Χατζηκαλιάς
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χατζηκαλιά θηλυκό (αρσενικό Χατζηκαλιάς)
Χατζηκαλιά θηλυκό (αρσενικό Χατζηκαλιάς)