Χατζηπούλκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χατζηπούλκα < γενική ενικού του αρσενικού Χατζηπούλκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χατζηπούλκα θηλυκό (αρσενικό Χατζηπούλκας)
Χατζηπούλκα θηλυκό (αρσενικό Χατζηπούλκας)