Χείλαρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χείλαρη < γενική ενικού του αρσενικού Χείλαρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χείλαρη θηλυκό (αρσενικό Χείλαρης)
Χείλαρη θηλυκό (αρσενικό Χείλαρης)