Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χεροκαίοι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Χεροκαίοι
      γενική των Χεροκαίων
    αιτιατική τους Χεροκαίους
     κλητική Χεροκαίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χεροκαίοι < (καθαρεύουσα) Χεροκαῖοι, (άμεσο δάνειο) αγγλική Cherokee

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χεροκαίοι αρσενικό, συνήθως στον πληθυντικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]