Χερουβή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χερουβή < γενική ενικού του αρσενικού Χερουβής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χερουβή θηλυκό (αρσενικό Χερουβής)
Χερουβή θηλυκό (αρσενικό Χερουβής)