Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χινίτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Χινίτσα
      γενική της Χινίτσας
    αιτιατική τη Χινίτσα
     κλητική Χινίτσα
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χινίτσα < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χινίτσα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]