Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Χιος
      γενική της Χιος
    αιτιατική τη Χιο
     κλητική Χιο
Προφέρεται ως μονοσύλλαβο με συνίζηση
και δεν φέρει τόνο. Δείτε και Χίος.
όπως «Χιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Χιος < Χίος (με συνίζηση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈços/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Χιος [μονοσύλλαβη με συνίζηση]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χιος θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]