Χοτζαπαλόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Χοτζαπαλόγλου | οι | Χοτζαπαλόγλοι & Χοτζαπαλογλαίοι |
οι | Χοτζαπαλόγλου |
| γενική | του/της | Χοτζαπαλόγλου | των | Χοτζαπαλόγλων & Χοτζαπαλογλαίων |
των | Χοτζαπαλόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Χοτζαπαλόγλου | τους | Χοτζαπαλόγλους & Χοτζαπαλογλαίους |
τους/τις | Χοτζαπαλόγλου |
| κλητική | Χοτζαπαλόγλου | Χοτζαπαλόγλοι & Χοτζαπαλογλαίοι |
Χοτζαπαλόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χοτζαπαλόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χοτζαπαλόγλου αρσενικό ή θηλυκό