Χουμεριανού
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χουμεριανού < γενική ενικού του αρσενικού Χουμεριανός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χουμεριανού θηλυκό (αρσενικό Χουμεριανός)
Χουμεριανού θηλυκό (αρσενικό Χουμεριανός)