Χρυσομήλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Χρυσομήλου < γενική ενικού του αρσενικού Χρυσόμηλος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Χρυσομήλου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Χρυσόμηλος)
Χρυσομήλου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Χρυσόμηλος)