Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χρύσοβα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Χρύσοβα
      γενική της Χρύσοβας
    αιτιατική τη Χρύσοβα
     κλητική Χρύσοβα
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Χρύσοβα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈxɾi.so.va/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Χρύσοβα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Χρύσοβα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]