Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ψώχιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ψώχιας οι Ψώχιες
& Ψωχέηδες
      γενική του Ψώχια των
Ψωχέηδων
    αιτιατική τον Ψώχια τους Ψώχιες
& Ψωχέηδες
     κλητική Ψώχια Ψώχιες
& Ψωχέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Κούγιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ψώχιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ψώχιας αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]