Ωρωπιώτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ωρωπιώτης < Ωρωπός + -ιώτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ωρωπιώτης Ωρωπιώτες
γενική Ωρωπιώτη Ωρωπιωτών
αιτιατική Ωρωπιώτη Ωρωπιώτες
κλητική Ωρωπιώτη Ωρωπιώτες

Ωρωπιώτης αρσενικό, θηλυκό Ωρωπιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τον Ωρωπό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]