άβαθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβαθος < από το α- στερητικό και το βάθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβαθος, -η, -ο

  1. ρηχός
    Τα νερά εδώ είναι άβαθα.
  2. επιφανειακός, επιπόλαιος
    Είναι πολύ άβαθος άνθρωπος.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]