άβαλτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβαλτος άβαλτη άβαλτο
γενική άβαλτου άβαλτης άβαλτου
αιτιατική άβαλτο άβαλτη άβαλτο
κλητική άβαλτε άβαλτη άβαλτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβαλτοι άβαλτες άβαλτα
γενική άβαλτων άβαλτων άβαλτων
αιτιατική άβαλτους άβαλτες άβαλτα
κλητική άβαλτοι άβαλτες άβαλτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβαλτος < α- + βάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβαλτος -η -ο

  1. ο μη τοποθετημένος στη σωστή θέση, στη θέση για την οποία προορίζεται, «άβαλτα πλακάκια»
  2. (για είδη ένδυσης) αφόρετος,αμεταχείριστος, «έχω τα παπούτσια άβαλτα»
  3. ο μη σπαρμένος, ο αφύτευτος, «άβαλτο αμπέλι»
  4. ο μη υποκινούμενος από κάποιον άλλον, «έκανε το φόνο άβαλτος»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]